Το ελληνικό ελαιόλαδο πορεύεται διαρκώς και διεθνώς με τις φτηνότερες απαξιωμένες τιμές

Προκύπτει μία ετήσια απώλεια περί τα 200 εκ. € για τους -έστω- 250 χιλ. που ετησίως παράγουμε

0

Το IOC (Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας) αποτελεί σήμερα τον πιο αξιόπιστο οργανισμό για τις στατιστικές που δημοσιεύει. Ακόμη κι αν διαφωνούμε με αυτές θα πρέπει θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι:

α) Tα στοιχεία αυτά προέρχονται από τα ίδια τα κράτη μέλη του IOC (και της Ε.Ε.), και

β) Τα στοιχεία αυτά επιδρούν στην αντίληψη που διαμορφώνουν οι αγορές και επηρεάζουν τη λήψη των αποφάσεων.

Για να δούμε λοιπόν τι λένε τα στατιστικά του IOC για το πως διαμορφώθηκαν οι τιμές παραγωγής ελαιολάδου τα τελευταία 9 χρόνια (2011/12 έως 2020/21) στα κυριότερα παραγωγικά κέντρα.

Τιμές παραγωγού του έξτρα παρθένου ελαιολάδου (€/τόνο),

περίοδος 2011/12 – 2020/21

Μέση τιμή* Μέγιστη τιμή Ελάχιστη τιμή
Χαέν, Ισπανία 2.757 4.230

Μάιος 2017

1.743

Ιαν-Ιουν 2012

Μπάρι, Ιταλία 4.196 6.140

Μάρτιος 2017

2.210

Ιαν-Ιουν 2012

Χανιά, Ελλάδα 2.692 3.880

Ιούνιος 2017

1.820

Ιούλιος 2012

Tras-os-montes, Πορτογαλία 3.962

Μάρτιος 2017

1.840

Αύγουστος 2012

* Σταθμισμένη με τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που ίσχυσε

Από τον παραπάνω Πίνακα 1 επιβεβαιώνεται -δυστυχώς- ο χαρακτηρισμός που επί πολλά χρόνια επιμένω να δίνω στο ελληνικό ελαιόλαδο: “ένας τεράστιος αναξιοποίητος εθνικός πλούτος”.

Πράγματι, λοιπόν, οι ελληνικές τιμές είναι οι χαμηλότερες όλων των χωρών. Είτε συγκρίνουμε τις μέσες τιμές οπότε  είναι κατά -2,4% από την Ισπανία και -35,8% από την Ιταλία.

Επίσης οι ελληνικές τιμές είναι οι χαμηλότερες είτε συγκρίνουμε τις μέγιστες που επιτεύχθηκαν αυτή την 9ετία, είτε τις κατώτερες.

Μετριοπαθώς 200εκ. € ετησίως χαμένα

Αν βάζαμε, μετριοπαθώς, τον πήχυ κάπου στο μέσο όρο μεταξύ Χαέν και Μπάρι και συγκρίναμε με τις ελληνικές επιδόσεις τότε προκύπτει μία ετήσια απώλεια περί τα 200 εκ. € για τους -έστω- 250 χιλ. που ετησίως παράγουμε.

Φτηνές δικαιολογίες και ευθύνες

Για τα παραπάνω ακούγονται κατά καιρούς διάφορες “φτηνές δικαιολογίες”, που θέλουν να βλέπουν το δέντρο και όχι το δάσος. Για να προλάβω κάποιες αντιρρήσεις θέλω εδώ να επισημάνω ότι:

-Οι αγορές του Μπάρι στην Ιταλία και της Χαέν στην Ισπανία αποτελούν τις πιο μαζικές, άρα και φτηνές αυτών των χωρών. Υπάρχουν άλλες πολύ ακριβότερες (πχ Τοσκάνη, Σικελία, Σεβίλλη).

Αντιθέτως τα Χανιά αποτελούν -για διάφορους λόγους- μια από τις καλύτερες ελληνικές αγορές.

-Πολλές φορές όταν στην Ελλάδα λέμε έξτρα ορισμένοι εννοούν τις ειδικές περιπτώσεις των εξτρίσιμων (premium) ενώ η κατηγορία φθάνει μέχρι την 0,8% οξύτητα με σαφώς υποδεέστερα χαρακτηριστικά.

Διαπιστώνοντας ότι το ελληνικό ελαιόλαδο -το κατά τα άλλα “εθνικό μας προϊόν”- ολοένα και κατρακυλάει στην κλίμακα της παγκόσμιας κατάταξης, θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποιοί φταίνε και τι πρέπει να κάνουμε για να αντιστρέψουμε την πορεία απαξίωσης.

Επειδή με τις άλλες χώρες βιώνουμε όμοιες συνθήκες ως μέλη της Ε.Ε. -και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις είχαμε και ευνοϊκότερη μεταχείριση- τελικά, η ευθύνη πέφτει σε όλους όσους κατά το μερίδιο που τους αναλογεί άσκησαν αγροτική (ελαϊκή) πολιτική τις τελευταίες δεκαετίες. Δηλαδή, τις (δι)επαγγελματικές οργανώσεις και τις κατά καιρούς πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου.

Μερίδιο ευθύνης φέρουν και τα αγροτικά Μέσα ενημέρωσης στο βαθμό τουλάχιστον που καλλιεργούν διάφορους καθησυχαστικούς μύθους, που “χαϊδεύουν τα αυτιά” των αναγνωστών με τις τιμές που συνεχώς ανεβαίνουν, ήδη από τώρα άρχισαν να εκπυρσοκροτούν οι τιμές των αγουρέλαιων, για τα δεκάδες ευρώ το μπουκαλάκι στο τάδε πολυκατάστημα του εξωτερικού κ.ο.κ.

Τέλος, στο ερώτημα πως θα αντιστραφεί η πορεία υποχώρησης, που ήδη απειλεί το ελληνικό ελαιόλαδο να έχει την κατάληξη της σταφίδας και του καπνού, δεν έχουν/έχουμε παρά να συζητήσουν/συζητήσουμε σοβαρά αναζητώντας και εφαρμόζοντας τα επιτυχημένα παραδείγματα των άλλων χωρών. Κι όχι μόνο της Ιταλίας, Ισπανίας, Πορτογαλίας, που προαναφέραμε αλλά και της Τυνησίας, που ήδη μας έχει ξεπεράσει κάτι που σύντομα θα επιτύχει και η Τουρκία.

Φωτό: είμαστε η μόνη χώρα που το χύμα λαδόξιδο στα τραπέζια “ζει και βασιλεύει”