Όταν το μάρκετινγκ εκμεταλλεύεται το 8% ελαιολάδου σε μια φυτική μαργαρίνη

Το εντυπωσιακό όμως είναι, πως στην ετικέτα ξεχωρίζει ότι είναι φτιαγμένο με ελαιόλαδο, παρόλο που δεν είναι το κύριο συστατικό, παρά μόνο 8%

0

Από τους ελαιοπαραγωγούς μέχρι τους μεγάλους βιομήχανους τυποποιητές, όλοι γνωρίζουν πως η αστάθεια των τιμών του ελαιολάδου είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τομέας στο σύνολό του. Το εισόδημα των παραγωγών (και όχι μόνο), επηρεάζεται όταν ο καταναλωτής πιστεύει ότι πληρώνει περισσότερα από αυτό που εκείνος κρίνει ότι αποτελεί μία «λογική τιμή», με αποτέλεσμα να στρέφεται σε άλλα σπορέλαια ή κατώτερης ποιότητας ελαιόλαδα, όπως μας έδειξε και πρόσφατη ανάλυση αγοράς της Nielsen.

Ιστορικά το ελαιόλαδο αποτελεί σημείο αναφοράς μιας υγιεινής και ισορροπημένης διατροφής και τα τμήματα μάρκετινγκ διαφόρων εταιρειών αξιοποιούν στο μέγιστο βαθμό, αυτή την ευρέως διαδεδομένη γνώση βομβαρδίζοντας τον καταναλωτή με προϊόντα που στην συσκευασία τους προβάλουν με έμφαση πως «περιέχει ελαιόλαδο». Έτσι, στα μάτια του καταναλωτή σχηματίζεται η εντύπωση πως το τρόφιμο με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τον ίδιο και την υγεία του, ακόμη και αν τελικώς το ελαιόλαδο δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση το κύριο συστατικό του.

Την Olimerca εντυπωσίασε η πιο πρόσφατα ανανεωμένη συσκευασία της μαργαρίνης Flora Oliva, η οποία -σύμφωνα με την ετικέτα-παρασκευάζεται 100% με φυτικά συστατικά. Κανένας δεν μπορεί να κατηγορήσει την εταιρεία ότι λέει ψέμματα με την αυστηρή έννοια του όρου, καθώς, αναμφίβολα, είναι όλα φυτικά λίπη. Έτσι, στη σύνθεση του προϊόντος  μπορείτε να διαβάσετε ότι περιέχει: ηλιέλαιο, ελαιοκράμβη, ελαιόλαδο (8%), λιναρόσπορο, νερό, φοινικέλαιο, 0.4 g αλάτι, γαλακτωματοποιητή (λεκιθίνη ηλίανθου), φυσικά αρώματα, χρωστικές (καροτίνες) και βιταμίνη D.

Το εντυπωσιακό όμως είναι πως στην ετικέτα ξεχωρίζει ότι είναι φτιαγμένο με ελαιόλαδο, παρόλο που δεν αποτελεί το κύριο συστατικό παρά μόνο το 8%. Αλλά και η ονομασία “Flora Oliva” παραπέμπει ξεκάθαρα στο ελαιόλαδο.

Παρόλα αυτά, φαντάζει δύσκολο ακόμα και σήμερα να πείσουμε τον μέσο καταναλωτή πως η διαφορά μεταξύ ηλιέλαιου και ελαιόλαδου δεν βρίσκεται στην τιμή των δύο προϊόντων, αλλά στο περιεχόμενο και την διατροφική αξία τους. Αυτό φαίνεται πως μπορούμε να το επιτύχουμε μόνο στην περίπτωση της αυτοτελούς πώλησης ηλιέλαιου και ελαιολάδου στο ράφι.  Όταν όμως τα δύο προϊόντα χρησιμοποιούνται ως συστατικά στην παρασκευή άλλων τυποποιημένων τροφίμων, είτε οι μαργαρίνες, είτε κονσέρβες με τόνο, είτε λαχανικά τουρσί, εκεί το μάρκετινγκ περιπλέκεται.

Συνοψίζοντας, ενώ στο ράφι το ελαιόλαδό μας -ως μονοσυστατικό προϊόν- έχει τη δίκαιη αναγνώρισή του, στα άλλα, πολυσυστατικά τρόφιμα υπάρχει σαφής κατάχρηση της εικόνας της ποιότητας και της υγείας του «υγρού χρυσού» μας.

Εν τέλει, αν αυτή είναι η στρατηγική που αποδεδειγμένα λειτουργεί, τότε γιατί δεν προσπαθούμε να διασφαλίσουμε ότι οι αναφορές στο ελαιόλαδο θα υπάρχουν στην πλειονότητα των μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων διατροφής; Αυτού του είδος το μάρκετινγκ, αναμφίβολα θα φέρει καλύτερες τιμές και θα ενισχύσει την εικόνα των ελαιολάδων μας στα μάτια του τελικού καταναλωτή που σε διαφορετική περίπτωση αγνοεί το προϊόν, το οποίο προσφέρει σε όλους μας εισόδημα.